Kι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ'την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά απ'αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό " Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Οι πέτρες μιλούν: ορισμένες σκέψεις για τη μνήμη ενός τόπου




Του Κωνσταντίνου Γ. Μουρτοπάλλα*

Συνήθως, την ελληνική επαρχία —ή, ευρύτερα, την περιφέρεια— προσδιορίζουν τρία στοιχεία, τα οποία σήμερα είτε φθίνουν είτε μεταλλάσσονται υπό το βάρος της σταδιακής «αστικοποίησης» ακόμη και των μικρότερων κοινοτήτων και χωριών, τουλάχιστον ως προς ορισμένες πτυχές της καθημερινότητας και της κοινωνικής τους συγκρότησης.

Τα στοιχεία αυτά υπήρξαν ανέκαθεν η πλατεία, ως ο κατεξοχήν δημόσιος χώρος και τόπος συνάντησης της κοινότητας, το σχολείο, ως χώρος πνευματικής διαμόρφωσης αλλά και ευρύτερα ως μέσο κοινωνικής εξέλιξης, και η εκκλησία, ως πεδίο κοινωνίας τόσο υπό τη θρησκευτική όσο και υπό τη συλλογική της λειτουργία. Τρεις χώροι που συναπαρτίζουν, με διαφορετική κάθε φορά ένταση και περιεχόμενο, την ταυτότητα ενός τόπου, αναλόγως βεβαίως των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων που τη συνδιαμόρφωσαν.

Η επιστροφή όλων ημών στον τόπο καταγωγής μας —πατρόθεν ή μητρόθεν, ακόμη και ως εποχικώς «παλιννοστούντων»— συνοδεύεται συνήθως από τη συμμετοχή μας σε δύο τουλάχιστον από τις τρεις αυτές βασικές λειτουργίες της τοπικής κοινωνίας: στο συναπάντημα της πλατείας και σε κάθε συλλογική έκφραση του χωριού που ουσιαστικά την εμπεριέχει, αλλά και στο θρησκεύεσθαι.

Το τελευταίο, πέρα από τα καθήκοντα των πιστών και τη συμμετοχή στο θρησκευτικό τελετουργικό ως μορφή κοινωνίας και κοινωνικοποίησης, συνδέεται κατά τη θερινή περίοδο και με τη φυσική παρουσία σε κάποιο ξωκκλήσι ή μικρότερο ναό. Οι περισσότεροι από εμάς φέρουμε ακόμη τις συνοδές καλοκαιρινές μνήμες από λειτουργίες και αρτοκλασίες στις γιορτές του Προφήτη Ηλία, του Σωτήρος, της Παναγίας, της Αγίας Παρασκευής. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι, το καλοκαίρι, ακόμη και ο εκκλησιασμός κατά κάποιον τρόπο «αποκεντρώνεται».

Ωστόσο, είναι ο κεντρικός ναός εκείνος που διαλέγεται —ακόμη και «χωροταξικά», αν παρατηρήσει κανείς την απόσταση και τη σχέση μεταξύ σχολείου, εκκλησίας και πλατείας σε κάθε τόπο— με τις άλλες δύο βασικές εκφάνσεις της τοπικής κοινωνίας. 

Εν προκειμένω, ο δικός μας Ιερός Ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επιβεβαιώνει με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη διαπίστωση. Τη μακρά ιστορική του διαδρομή έχουν επιχειρήσει να προσεγγίσουν αναλυτικότερα αρμοδιότεροι και εμπειρότεροι εμού, συνδέοντας το παρόν του ναού με την ιστορική διαστρωμάτωση του τόπου. 

Σύμφωνα με τη σχετική ιστορική αναδρομή, ο σημερινός ναός ανεγέρθηκε το 1840 στον λόφο «Κιόσι», σε μια περιοχή με πολύ παλαιότερα αρχαιολογικά ίχνη και ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική μνήμη του Μαντουδίου. (βλ. https://www.mantoudinews.gr/2026/06/blog-post_402.html"mantoudi news: Η ιστορία της εκκλησίας του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Μαντούδι.[Από την αρχαιότητα έως σήμερα]-").

Οι εν εξελίξει αισθητικές παρεμβάσεις στον ναό αφήνουν, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, μια αίσθηση πικρίας. Όχι μόνον για την ενδεχόμενη «κακοποίηση» της αισθητικής του, αλλά κυρίως επειδή δημιουργούν την εντύπωση μιας μορφής «τσιμεντοποίησης» της ιστορικής και μνημειακής μνήμης του τόπου. 

Οι πέτρες, άλλωστε, πάντοτε μιλούν. Επάνω στην ύλη εγγράφονται ο κοινός τόπος των ανθρώπων, η διαδοχή των γενεών, οι μικρές και μεγάλες στιγμές μιας κοινότητας. 

Η αξία ενός κτιρίου δεν εξαντλείται, επομένως, στις πέτρες ή στην υλική του υπόσταση· βρίσκεται και στην ηλικία του, στις προσθήκες και στις φθορές του χρόνου, σε εκείνη τη βαθύτερη «φωνή» των τοίχων που έχουν δεχθεί επάνω τους τα περάσματα της ανθρώπινης ζωής.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, πάντως, η ήττα δεν είναι κατ’ ανάγκην οριστική. Θα μπορούσε να ζητηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού η εξέταση της υπόθεσης και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, η διενέργεια αυτοψίας, προκειμένου να αξιολογηθούν τόσο η ιστορική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του ναού όσο και η φύση των εκτελούμενων επεμβάσεων. 

Θα μπορούσε ακόμη να εξεταστεί η συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση διαδικασίας χαρακτηρισμού του ως νεότερου μνημείου. Ο ν. 4858/2021 προβλέπει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού ως μνημείων νεότερων πολιτιστικών αγαθών προγενέστερων των τελευταίων εκατό ετών, εφόσον παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, αρχιτεκτονική, κοινωνική, λαογραφική, ιστορική ή καλλιτεχνική σημασία· το δε Υπουργείο Πολιτισμού διαθέτει ειδικές υπηρεσίες για την προστασία και αποκατάσταση νεότερων και σύγχρονων μνημείων.

Εφόσον μια τέτοια διαδικασία ευδοκιμούσε και ο ναός υπαγόταν στο προστατευτικό καθεστώς του ν. 4858/2021, θα ενεργοποιούνταν οι ειδικότερες εγγυήσεις προστασίας που συνοδεύουν τον χαρακτηρισμό: η διατήρηση της υλικής υπόστασης και της αυθεντικότητάς του, η προστασία και ανάδειξή του, καθώς και η υπαγωγή των επεμβάσεων επ’ αυτού στον έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού. Η δε ιδιαίτερη ιστορική και αρχαιολογική φυσιογνωμία του χώρου καθιστά, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εύλογη την ανάγκη τουλάχιστον μιας θεσμικής εξέτασης της υπόθεσης και όχι μιας εκ των προτέρων παραίτησης από κάθε δυνατότητα προστασίας.

Ενδεχόμενη πρωτοβουλία δεν χρειάζεται, άλλωστε, να έχει αποκλειστικά ατομικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε να αναληφθεί είτε από έναν πολίτη είτε συλλογικά, με τη σύμπραξη περισσότερων κατοίκων ή δημοτών, μέσω πολιτιστικού ή άλλου συλλόγου με συναφή καταστατικό σκοπό. Το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος αναγνωρίζει ρητώς το δικαίωμα «καθενός ή πολλών μαζί» να απευθύνονται εγγράφως στις αρμόδιες αρχές, ενώ η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 1 Συντ.), και ειδικότερα του πολιτιστικού περιβάλλοντος, έχει συμβάλει νομολογιακά στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερα ευρέος πεδίου εννόμου συμφέροντος για την προστασία του. 

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, όπου η πολιτιστική διάσταση του περιβάλλοντος αποτυπώνεται όχι μόνο στα μεγάλα μνημεία, αλλά και στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των ιστορικών ναών, των οικισμών και των λοιπών συνδηλώσεων της συλλογικής ζωής. Πρόκειται για στοιχεία που δεν αποτελούν απλώς ακίνητη περιουσία, αλλά υλικούς φορείς της ιστορικής μνήμης και της ταυτότητας μιας κοινότητας.

Βεβαίως, οι εδώ εκφραζόμενες επιφυλάξεις —όπως και, φαντάζομαι, οι αντιρρήσεις όσων διαφωνούν με όσα συντελούνται— δεν υπαγορεύονται ούτε από αντικληρικαλισμό ούτε από κάποια αντίθεση στην ανάγκη προόδου, συντήρησης και εξέλιξης του τόπου. Πολύ περισσότερο, δεν αφορούν την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας. Οι συγκεκριμένες επεμβάσεις είναι ανθρώπινες πράξεις και ως τέτοιες μπορούν και πρέπει να κρίνονται: αφενός υπό το πρίσμα του νόμου και αφετέρου υπό το βάρος της ιστορικής μνήμης που καλούμαστε όλοι να διαφυλάξουμε.

Γιατί η πρόοδος δεν προϋποθέτει τη διαγραφή του παρελθόντος. Αντιθέτως, ίσως η ασφαλέστερη μορφή προόδου είναι εκείνη που γνωρίζει τι παραλαμβάνει προτού αποφασίσει τι θα αλλάξει. Το οφείλουμε κυρίως στις επόμενες γενιές: να διατηρήσουμε γι’ αυτές το δικαίωμα να γνωρίζουν από που έρχονται, ώστε να μπορούν ευχερέστερα και ελεύθερα να ορίσουν που θέλουν να πάνε.

 

*Ο Κωνσταντίνος Γ. Μουρτοπάλλας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια οσο το δυνατόν φιλτράρονται ως προς το ύφος και το ήθος τους.
Kάθε υβριστικό ,προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται .
Εγκρίνονται μόνο τα μηνύματα στα οποία εκφράζονται υγιείς απόψεις.
Ο κάθε σχολιαστής υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιο του και είναι υπεύθυνος έναντι των νόμων.
Το ΜΑΝΤΟΥΔΙ NEWS δεν ενστερνίζεται και δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα γράφουν οι αναγνώστες στα σχόλια τους.