Kι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ'την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά απ'αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό " Τάσος Λειβαδίτης

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Δύο προτάσεις για την πολιτιστική εξωστρέφεια του Δήμου Μαντουδίου- Λίμνης- Αγίας Άννας με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

 

* Του Κωνσταντίνου Γ. Μουρτοπάλλα

 Μια οφειλόμενη τιμή σε έναν Ιταλό στρατιωτικό γιατρό και η αναβίωση μιας παλαιότερης πρότασης αδελφοποίησης με την Ιταλία

Κάθε εθνική επέτειος αποτελεί ευκαιρία ανανέωσης, επικαιροποίησης και εμβάθυνσης της εθνικής συνείδησης, αλλά και καλλιέργειας της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Η σημασία της δεν εξαντλείται στην απόδοση των οφειλόμενων τιμών προς όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας.

Συνίσταται, εξίσου, στη δυνατότητα επανεξέτασης του παρελθόντος, ανάδειξης λιγότερο γνωστών πτυχών του και αναζήτησης εκείνων των ιστορικών εμπειριών που εξακολουθούν να προσδίδουν περιεχόμενο στη συλλογική μας ταυτότητα.

Η εποποιία του Αλβανικού Μετώπου, στην οποία συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, και αρκετοί συνδημότες μας, πολλοί από τους οποίους δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, διατηρεί αναλλοίωτη και την τοπική διάσταση της ιστορικής μνήμης. Άλλωστε, η πολεμική εμπειρία και, πολύ περισσότερο, η παρατεταμένη συνθήκη της Κατοχής διαμορφώνουν ποικιλοτρόπως την ταυτότητα, τη συμπεριφορά και τις αξιακές αναφορές μιας ολόκληρης γενιάς.

Δεν είναι τυχαίο ότι η λεγόμενη «γενιά της Κατοχής», έχοντας βιώσει τις στερήσεις, την ανασφάλεια, την πείνα, τον εκτοπισμό και την απώλεια, ανέπτυξε χαρακτηριστικά επιμονής, προσαρμοστικότητας και προσήλωσης στην εργασία, τα οποία συνέβαλαν ουσιωδώς και στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας. Η συμβολή αυτή πραγματοποιήθηκε, ωστόσο, μέσα σε ένα εξαιρετικά σύνθετο ιστορικό περιβάλλον, το οποίο σημαδεύτηκε από τις αντιθέσεις της Αντίστασης, την αδυναμία επίτευξης ενός ευρύτερου πολιτικού και κοινωνικού συμβιβασμού, τον αιματηρό Εμφύλιο και την προβληματική μεταπολεμική αντιμετώπιση του δοσιλογισμού.

Η τελευταία, μάλιστα, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής και επιστημονικής έρευνας. Δεν πρόκειται για την απόλυτη απουσία δικαστικής αντιμετώπισης των δοσιλόγων, αλλά για τις αντιφάσεις, την επιλεκτικότητα και τις πολιτικές σκοπιμότητες που χαρακτήρισαν τη σχετική διαδικασία. Χαρακτηριστική είναι, συναφώς, η μελέτη του Δημήτρη Κουσουρή, Δίκες των δοσίλογων 1944–1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη (εκδόσεις Πόλις, 2014), ενώ μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνική προσέγγιση της ίδιας ταραγμένης περιόδου προσφέρει και το πρόσφατο έργο του Ξενοφώντα Κοντιάδη, Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία (εκδόσεις Τόπος, 2026)[1].

 

Ι. Η ιταλική Κατοχή και οι διαφορετικές όψεις της ιστορικής εμπειρίας

Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα άρχισε στις 6 Απριλίου 1941. Μετά την κατάρρευση της ελληνικής άμυνας και την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η χώρα διαιρέθηκε σε ζώνες γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής Κατοχής. Η κατανομή αυτή δεν παρέμεινε αμετάβλητη: μετά την ανακωχή της Ιταλίας με τους Συμμάχους, στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι γερμανικές δυνάμεις ανέλαβαν τον έλεγχο των περισσότερων περιοχών που έως τότε κατείχαν οι Ιταλοί. Στην ιταλική ζώνη είχε περιέλθει, μεταξύ άλλων ελληνικών περιοχών, και η Εύβοια[2].

Η διάκριση των κατοχικών ζωνών δεν είχε αποκλειστικά διοικητική ή στρατιωτική σημασία. Επηρέασε καθοριστικά τις συνθήκες διαβίωσης των πληθυσμών, τις μορφές καταστολής, την οικονομική εκμετάλλευση, αλλά και τις δυνατότητες επιβίωσης και αντίστασης.

Είναι ιστορικώς τεκμηριωμένο ότι η βουλγαρική Κατοχή στη Μακεδονία και τη Θράκη συνοδεύτηκε από ιδιαίτερα σκληρές πολιτικές εκβουλγαρισμού, διώξεις και βίαιες ενέργειες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Ενδεικτική είναι η δράση του συνταγματολόγου Αλέξανδρου Σβώλου, ο οποίος, ως πρόεδρος της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών κατά την περίοδο 1941–1943, συνέβαλε στη σύνταξη υπομνημάτων προς τις κατοχικές αρχές, καταγγέλλοντας τις βιαιοπραγίες και την κατάσταση των πληθυσμών των δύο περιοχών. Τα σχετικά τεκμήρια συνδέονται και με το έργο του Για τη Μακεδονία και τη Θράκη[3].

Η διαφορετική εμπειρία περιοχών της ιταλικής ζώνης δεν επιτρέπει, πάντως, τον γενικό χαρακτηρισμό της ιταλικής Κατοχής ως ήπιας ή ανώδυνης. Το φασιστικό κατοχικό καθεστώς επέβαλε οικονομικές επιτάξεις, διοικητικούς περιορισμούς και κατασταλτικά μέτρα, ενώ ευθύνεται και για σοβαρές ωμότητες κατά αμάχων. Αρκεί να αναφερθεί η σφαγή στο Δομένικο της Θεσσαλίας, τον Φεβρουάριο του 1943. Οι διαφορετικές πρακτικές των τριών κατοχικών δυνάμεων δεν αναιρούν, επομένως, τον κοινό χαρακτήρα της κατοχικής επιβολής [4].

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ωστόσο, αξίζει να εξεταστεί μια ιδιαίτερη πτυχή των ελληνοϊταλικών σχέσεων: η διάκριση μεταξύ των επιδιώξεων του φασιστικού καθεστώτος και της συμπεριφοράς συγκεκριμένων Ιταλών στρατιωτικών και στρατιωτών, οι οποίοι, παρά την ιδιότητά τους ως μελών του στρατού Κατοχής, επέδειξαν σε ορισμένες περιπτώσεις ανθρωπιά και αλληλεγγύη προς τον ελληνικό πληθυσμό.

Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί προσπάθεια εξωραϊσμού του ιστορικού παρελθόντος. Αντιθέτως, επιτρέπει την πληρέστερη κατανόησή του.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940 εκπορεύθηκε από έναν αναθεωρητικό και επεκτατικό σχεδιασμό, ο οποίος είχε προηγουμένως εκδηλωθεί με τη στρατιωτική κατάληψη της Αλβανίας, τον Απρίλιο του 1939, και τη μετατροπή της σε βάση της επίθεσης κατά της Ελλάδας.

Η χαρακτηριστική διακήρυξη του Μουσολίνι, «Vi dico che spezzeremo le reni alla Grecia» —«Σας λέω ότι θα σπάσουμε τα πλευρά της Ελλάδας»— αποτυπώνει τη βεβαιότητα και την αλαζονεία με την οποία το φασιστικό καθεστώς αντιμετώπισε την ελληνική αντίσταση[5].

Ωστόσο, οι σχέσεις Ελλάδας και Ιταλίας δεν άρχισαν ούτε τελείωσαν με τον φασισμό.

 

ΙΙ. Από την αρχαία ελληνική παρουσία στη Νότια Ιταλία έως τις νεότερες πολιτιστικές συγγένειες

Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις διαθέτουν ιστορικό βάθος πολλών αιώνων. Προηγήθηκαν της συγκρότησης του ενιαίου ιταλικού κράτους, το 1861, και διαμορφώθηκαν μέσα από διαφορετικά πολιτικά μορφώματα, εμπορικά δίκτυα και πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις.

Η Βενετική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Νάπολης και αργότερα των Δύο Σικελιών, καθώς και άλλες προιταλικές κρατικές οντότητες, διατήρησαν σε διαφορετικές περιόδους στενές σχέσεις με τον ελληνικό χώρο. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η διαχρονική παρουσία ελληνικών πληθυσμών στη Νότια Ιταλία, οι οποίοι διαφύλαξαν γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία της ελληνικής τους κληρονομιάς.

Οι ελληνόφωνες κοινότητες της Καλαβρίας και της Απουλίας, με τις ελληνικές διαλέκτους grecanico και griko, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιστορικής συνέχειας. Η διατήρηση των γλωσσικών αυτών ιδιωμάτων συνδέθηκε με τις ιδιαίτερες συνθήκες της αγροτικής ζωής, την απομόνωση ορισμένων κοινοτήτων και τη μετάδοση της γλώσσας μεταξύ των γενεών. Παράλληλα, η κοινωνική περιθωριοποίηση, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και οι πολιτικές γλωσσικής ομογενοποίησης, ιδίως κατά τη φασιστική περίοδο, συνέβαλαν στη σταδιακή συρρίκνωσή τους [6],

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον και υπό το πρίσμα της ευρύτερης ιστορίας της ιταλικής ενοποίησης. Η εγκατάσταση αλβανόφωνων πληθυσμών, γνωστών ως Arbëreshë, στη Νότια Ιταλία είχε αρχίσει ήδη από τον 15ο αιώνα, συνδεόμενη κυρίως με την οθωμανική επέκταση στα Βαλκάνια και τις μετακινήσεις πληθυσμών προς τα τότε νοτιοϊταλικά βασίλεια. Δεν συνιστούσε, επομένως, ενιαία μεταγενέστερη πολιτική εκτοπισμού των ελληνόφωνων κοινοτήτων, αλλά μέρος μιας πολύ πιο σύνθετης δημογραφικής και πολιτιστικής ιστορίας[7].

Τις βαθιές κοινωνικές αντιφάσεις του ιταλικού Νότου, τη φτώχεια, την απομόνωση και τη σχέση των αγροτικών πληθυσμών με το φασιστικό κράτος αποτυπώνει με ιδιαίτερη διεισδυτικότητα ο Carlo Levi στο έργο του Cristo si è fermato a Eboli (Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι, 1945). Το βιβλίο μεταφέρθηκε το 1979 στον κινηματογράφο από τον Francesco Rosi, με πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, τον Gian Maria Volonté και την Ειρήνη Παπά[8].

Αυτές οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί η σχέση ορισμένων Ιταλών με το φασιστικό καθεστώς δεν ήταν αυτονόητα σχέση ιδεολογικής ταύτισης. Δεν δικαιολογούν, εντούτοις, το συμπέρασμα ότι ο ιταλικός στρατός στην Ελλάδα αποτελούνταν κατά μεγάλο μέρος από ελληνόφωνους Νοτιοϊταλούς ή ότι η καταγωγή των στρατιωτών καθόριζε γενικώς τη συμπεριφορά τους.

Η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών ανθρώπινων στάσεων μέσα στις ακραίες συνθήκες της Κατοχής αποδίδεται, σε λογοτεχνικό επίπεδο, και στο γνωστό μυθιστόρημα του Louis de Bernières, Captain Corelli’s Mandolin (Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι, 1994), το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2001. Το έργο, με ιστορικό φόντο την Κεφαλονιά, αναδεικνύει τις αντιφάσεις ανάμεσα στη στρατιωτική ιδιότητα, τις προσωπικές σχέσεις και την ανθρώπινη αλληλεγγύη, χωρίς, βεβαίως, να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αυτοτελής ιστορική τεκμηρίωση[9].

Η τραγικότερη ίσως διάσταση αυτής της ιστορίας αποτυπώνεται στη σφαγή στρατιωτών της ιταλικής Μεραρχίας Acqui στην Κεφαλονιά, τον Σεπτέμβριο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Η άρνηση των ιταλικών δυνάμεων να παραδώσουν τα όπλα στους μέχρι πρότινος Γερμανούς συμμάχους τους οδήγησε σε αιματηρές συγκρούσεις και μαζικές εκτελέσεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της μεταβολής των συμμαχιών και της τραγικής μοίρας πολλών Ιταλών μετά την 8η Σεπτεμβρίου 1943[10].

Ακριβώς αυτή η περίοδος συνδέεται και με μια συγκινητική, λιγότερο γνωστή ιστορία του τόπου μας.

 

ΙΙΙ. Η ιστορία του Ιταλού γιατρού στο Μαντούδι

Στις 25 Οκτωβρίου 2026, το Mantoudi News δημοσίευσε το αφιέρωμα με τίτλο «Η συγκλονιστική ιστορία του Ιταλού γιατρού που έσωσε τον συμπατριώτη μας, Νίκο Παπαδήμο το 1943», επανερχόμενο σε μία προσωπική μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί αρχικά στις 29 Οκτωβρίου 2022.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Νίκου Παπαδήμου, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1942, κατά τη διάρκεια του 1943 η οικογένειά του προσέφερε καταφύγιο σε έναν Ιταλό στρατιωτικό γιατρό που καταζητούνταν από τις γερμανικές δυνάμεις.

Ο γιατρός διαπίστωσε ότι το μικρό παιδί αντιμετώπιζε σοβαρό κινητικό πρόβλημα, εξαιτίας αγκύλωσης στο πόδι που είχε παρουσιαστεί ύστερα από ένεση. Για περίπου δύο μήνες το φρόντιζε συστηματικά, με φυσικοθεραπευτικές παρεμβάσεις και μαλάξεις, συμβάλλοντας, κατά τη μαρτυρία του ίδιου, στην αποκατάσταση της κινητικότητάς του.

Η οικογένεια Παπαδήμου, από την πλευρά της, προστάτευσε τον Ιταλό στρατιωτικό για περίπου τρεις μήνες. Όταν κρίθηκε αναγκαία η αναχώρησή του, ο πατέρας του παιδιού τού πρόσφερε ρούχα και τον μετέφερε νύχτα με άλογο προς τη Χαλκίδα.

Η ιστορία αυτή, από μόνη της, αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα αμοιβαίας ανθρώπινης αλληλεγγύης: ένας στρατιωτικός γιατρός του μέχρι πρότινος κατοχικού στρατού συμβάλλει στην αποκατάσταση της υγείας ενός Ελληνόπουλου, ενώ μια ελληνική οικογένεια θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά της για να προστατεύσει τη ζωή του.

Η μεταγενέστερη έρευνα του Mantoudi News, με αξιοποίηση στοιχείων που αναζητήθηκαν και μέσω της Ιταλικής Πρεσβείας, οδήγησε στην ταυτοποίηση του γιατρού με τον Francesco Mittica, καταγόμενο από την Καλαβρία[11].

Η ιταλική βιογραφική έρευνα παρέχει εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή του.

Ο Francesco Mittica γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1912 στην Oppido Mamertina, στην επαρχία του Reggio Calabria. Σπούδασε Ιατρική και Χειρουργική στο Πανεπιστήμιο της Μεσσήνης και αποφοίτησε το 1938. Το 1942 επιστρατεύθηκε και τοποθετήθηκε στο 13ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Pinerolo, υπηρετώντας ακολούθως στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα.

Μετά την ιταλική ανακωχή του Σεπτεμβρίου 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και αρνήθηκε να ενταχθεί στη Wehrmacht. Ακολούθησε ο εγκλεισμός του σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Πολωνία και τη Γερμανία. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του συνέχισε να προσφέρει ιατρική περίθαλψη σε συμπατριώτες του.

Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1945, σε ηλικία μόλις 32 ετών, στο Fullen της Γερμανίας, εξαιτίας ασθένειας που είχε προσβάλει τον οργανισμό του κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας.

Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στη βιογραφική καταγραφή του ιταλικού ISACEM – Istituto per la storia dell’Azione cattolica e del movimento cattolico in Italia Paolo VI, στη συλλογή Biografie Resistenti, καθώς και στις έρευνες του Rocco Liberti για τη ζωή του Ιταλού γιατρού[12].

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η τελευταία επιθυμία του, όπως διασώζεται σε επιστολή προς την οικογένειά του: να πραγματοποιηθεί, στη μνήμη του, κάποια πράξη φιλανθρωπίας, ιδίως προς όφελος ασθενών που ζούσαν μέσα στη φτώχεια και δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν την αναγκαία θεραπεία.

Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που άφησε μια τέτοια παρακαταθήκη συνδέεται, σύμφωνα με την τοπική έρευνα, και με την προστασία της υγείας ενός παιδιού στο Μαντούδι προσδίδει ιδιαίτερη ηθική βαρύτητα στην ιστορία του.

Η ταυτοποίηση αυτή είναι σημαντικό να υποστηριχθεί περαιτέρω με αρχειακή τεκμηρίωση, ιδίως ως προς τη διαδρομή και την παρουσία του Mittica στο Μαντούδι, καθώς η δημοσιευμένη ιταλική βιογραφία του τεκμηριώνει την υπηρεσία του στην Ελλάδα και τη μετέπειτα αιχμαλωσία του, χωρίς να περιγράφει αυτοτελώς το συγκεκριμένο τοπικό περιστατικό.

Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι αντίστοιχες αναμνήσεις φαίνεται να διασώζονται και σε άλλες οικογένειες της περιοχής μας. Η γιαγιά του γράφοντος, Ανδρομάχη Μουρτοπάλλα, έχει μεταφέρει προφορική μαρτυρία σχετικά με τον αείμνηστο αδελφό της Γ. Τσάγκα, ο οποίος, σύμφωνα με την οικογενειακή ανάμνηση, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση από Ιταλό γιατρό κατά την περίοδο της Κατοχής.

Η μαρτυρία αυτή δεν επιτρέπει, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, την ταύτιση του συγκεκριμένου γιατρού με τον Francesco Mittica. Επιβεβαιώνει, όμως, ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πεδίο τοπικής προφορικής ιστορίας που αξίζει να καταγραφεί συστηματικά, προτού χαθούν οριστικά οι σχετικές μνήμες.

Οι δύο παραπάνω αφηγήσεις, μαζί με ενδεχόμενες πρόσθετες μαρτυρίες, μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας οργανωμένης προσπάθειας ιστορικής τεκμηρίωσης, στην οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν η Δημοτική Αρχή, οι τοπικοί πολιτιστικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικές μονάδες και ιστορικοί ερευνητές.

 

IV. Η ιδιαίτερη σχέση της Εύβοιας με τη Νότια Ιταλία

Η προτεινόμενη πρωτοβουλία αποκτά πρόσθετη σημασία εάν συνεκτιμηθεί ο ιστορικός ρόλος της Εύβοιας στη δημιουργία των πρώτων ελληνικών αποικιών.

Οι Ευβοείς συγκαταλέγονται μεταξύ των πρωιμότερων Ελλήνων αποίκων που εγκαταστάθηκαν στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία. Χαρακτηριστική είναι η ίδρυση της Κύμης της Καμπανίας, με τη συμμετοχή Ευβοέων, η οποία αποτέλεσε σημαντικό κέντρο του ελληνικού πολιτισμού και συνδέθηκε με την ανάπτυξη των μεταγενέστερων ελληνικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Νεάπολης.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση της σημερινής Μεσσήνης της Σικελίας, της αρχαίας Ζάγκλης. Ο Θουκυδίδης (ΣΤ΄ 4.5–6) αναφέρει ρητώς την παρουσία αποίκων από την Κύμη, τη Χαλκίδα και την υπόλοιπη Εύβοια κατά την ίδρυση και ανάπτυξη της πόλης.

Η ιστορική αυτή αναφορά υπενθυμίζει ότι οι δεσμοί της Εύβοιας με τον ιταλικό Νότο δεν αποτελούν απλώς προϊόν της νεότερης διπλωματικής ή οικονομικής συνεργασίας, αλλά ανάγονται στις πρώτες φάσεις της εξάπλωσης του ελληνικού πολιτισμού στη Δυτική Μεσόγειο[13].

Ακόμη και ορισμένες τοπωνυμικές ομοιότητες, όπως εκείνη της περιοχής των Μεσσαπίων της Εύβοιας με την αρχαία Μεσσαπία της Απουλίας, προσφέρονται ως αφορμές συγκριτικής ιστορικής και γλωσσολογικής έρευνας. Δεν μπορούν, ωστόσο, να θεωρηθούν αφ’ εαυτών αποδείξεις κοινής καταγωγής ή άμεσης ιστορικής σύνδεσης.

Οι παραπάνω διαδρομές, από τον αρχαίο αποικισμό και τις νεότερες εμπορικές σχέσεις έως τις ανθρώπινες εμπειρίες της Κατοχής, συγκροτούν ένα ιδιαίτερα πρόσφορο υπόβαθρο για την ανάπτυξη σύγχρονων πολιτιστικών σχέσεων μεταξύ της Βόρειας Εύβοιας και της Ιταλίας.

Με αφορμή, επομένως, την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ιστορικό χρέος διαφύλαξης της τοπικής μνήμης όσο και τις δυνατότητες πολιτιστικής εξωστρέφειας του Δήμου Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Άννας, θα μπορούσαν να εξεταστούν δύο συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

 

1. Η αναζήτηση των συγγενών του Francesco Mittica και η απονομή τιμητικής διάκρισης στη μνήμη του

Η πρώτη πρόταση αφορά την ανάληψη οργανωμένης πρωτοβουλίας από τη Δημοτική Αρχή για την αναζήτηση τυχόν εν ζωή συγγενών του Ιταλού γιατρού Francesco Mittica, με απώτερο σκοπό την πρόσκλησή τους στο Μαντούδι και την επίσημη αναγνώριση της ανθρωπιστικής προσφοράς του.

Η αναζήτηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω θεσμικής συνεργασίας του Δήμου Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Άννας με τον Comune di Oppido Mamertina, τον δήμο καταγωγής του Mittica, στην επαρχία του Reggio Calabria.

Ιδιαίτερα χρήσιμη θα ήταν η συνδρομή της Ιταλικής Πρεσβείας στην Αθήνα, η οποία, σύμφωνα με τη δημοσίευση του Mantoudi News, είχε ήδη συμβάλει στην αναζήτηση στοιχείων για την ταυτότητα του γιατρού.

Η διαδικασία θα μπορούσε να περιλαμβάνει την αναζήτηση ληξιαρχικών και ιστορικών δημοτολογικών στοιχείων (atti di stato civile, certificati anagrafici storici, stato di famiglia storico), εφόσον επιτρέπεται η χορήγησή τους κατά το εφαρμοστέο ιταλικό δίκαιο και συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις πρόσβασης. Εφόσον προκύψουν στοιχεία συγγενών, θα ήταν σκόπιμο η επικοινωνία να πραγματοποιηθεί κατά προτεραιότητα μέσω του οικείου ιταλικού δήμου, με σεβασμό στους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Η επιλογή της Oppido Mamertina, και όχι γενικώς του Reggio Calabria, έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς εκεί βρίσκεται ο δήμος γέννησης του γιατρού και λειτουργούν οι αρμόδιες υπηρεσίες δημοτολογίου και ληξιαρχείου[14].

Παράλληλα, θα μπορούσε να εξεταστεί η απονομή, μετά θάνατον, του τίτλου του επίτιμου δημότη ή άλλης ισοδύναμης τιμητικής διάκρισης, ως συμβολική αναγνώριση της προσφοράς του στον τόπο μας.

Αντίστοιχες μορφές μεταθανάτιας τιμητικής αναγνώρισης απαντούν και στην ιταλική αυτοδιοικητική πρακτική. Ενδεικτικώς, κανονισμοί ιταλικών δήμων, όπως του Comune di Corteolona e Genzone, προβλέπουν ρητώς τη δυνατότητα απονομής τιμητικής δημοτικότητας alla memoria, δηλαδή στη μνήμη αποβιώσαντος προσώπου[15].

Στην ελληνική έννομη τάξη, η απονομή αντίστοιχου τίτλου πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της γενικής αρμοδιότητας του δημοτικού συμβουλίου, κατά το άρθρο 120 του ν. 5314/2026 (Α΄ 103), Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και του τυχόν ισχύοντος κανονισμού τιμητικών διακρίσεων του οικείου Δήμου.

Η απονομή τίτλου επίτιμου δημότη συνιστά τιμητική αναγνώριση και δεν πρέπει να συγχέεται με την κτήση της δημοτικότητας ή την εγγραφή στο δημοτολόγιο. Ειδικώς για τη μεταθανάτια απονομή, θα ήταν σκόπιμο να επιβεβαιωθεί προηγουμένως ότι η σχετική δυνατότητα καλύπτεται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο ή, εφόσον χρειάζεται, να προβλεφθεί ρητώς σε αυτό.

Η αναγνώριση θα μπορούσε να λάβει χώρα κατά τη διάρκεια ειδικής εκδήλωσης ιστορικής μνήμης, με πρόσκληση των συγγενών του Francesco Mittica, εκπροσώπων της ιταλικής διπλωματικής αποστολής, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της τοπικής κοινωνίας.

Η συμβολική παραλαβή της τιμητικής διάκρισης από πλησιέστερο συγγενή θα προσέδιδε ιδιαίτερη συγκινησιακή και ιστορική σημασία στην εκδήλωση.

Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα συνιστούσε απλώς την καθυστερημένη απόδοση ευγνωμοσύνης σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε ιατρική βοήθεια σε συνδημότη μας. Θα αποτελούσε, συγχρόνως, πράξη συμφιλίωσης με το παρελθόν και δημόσιας αναγνώρισης της δυνατότητας υπέρβασης των εθνικών αντιπαραθέσεων μέσα από την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Άλλωστε, η ιστορική μνήμη δεν εξαντλείται στην αναγνώριση των εγκλημάτων και των τραυμάτων του πολέμου. Περιλαμβάνει και την ανάδειξη εκείνων των ανθρώπινων πράξεων που, ακόμη και μέσα στις πλέον απάνθρωπες συνθήκες, διατήρησαν ακέραιη την αξία της ανθρώπινης ζωής.

 

2. Η αναβίωση της πρότασης αδελφοποίησης του Μαντουδίου με τη Μάντοβα της Ιταλίας

Η δεύτερη πρόταση αφορά την επανεξέταση μιας παλαιότερης πρωτοβουλίας αδελφοποίησης του Μαντουδίου με την ιταλική πόλη Μάντοβα (Mantova).

Η πρόταση αυτή δεν διατυπώνεται για πρώτη φορά.

Όπως υπενθύμισε το Mantoudi News σε δημοσίευμά του της 15ης Μαΐου 2025, με τίτλο «Μια αδελφοποίηση, που δεν έγινε ποτέ!!!», η ιδέα είχε τεθεί ήδη από το 1993, με πρωτοβουλία του αείμνηστου δασκάλου, ιστορικού ερευνητή, λαογράφου και συγγραφέα Γιώργου Παπαστάμου, ο οποίος καταγόταν από την Αγία Άννα και είχε συνδέσει το όνομά του με την πνευματική και πολιτιστική ζωή της περιοχής μας [16].

Η επαναφορά μιας τέτοιας πρότασης θα αποτελούσε, επομένως, και πράξη αναγνώρισης της συμβολής ενός ανθρώπου που είχε ήδη διαβλέψει τις δυνατότητες διεθνούς πολιτιστικής δικτύωσης του τόπου μας.

Η ιστορική ή ετυμολογική συνάφεια των ονομασιών Μαντουδίου και Μάντοβας, εφόσον προβάλλεται ως επιχείρημα υπέρ της αδελφοποίησης, χρειάζεται αυτοτελή επιστημονική τεκμηρίωση. Η ενδεχόμενη αμφισβήτησή της, ωστόσο, δεν αποδυναμώνει τη σκοπιμότητα της προτεινόμενης συνεργασίας.

Η αδελφοποίηση πόλεων δεν προϋποθέτει αποδεδειγμένη κοινή καταγωγή ή ταυτόσημη ιστορική διαδρομή. Αντιθέτως, αποβλέπει στη δημιουργία σύγχρονων και αμοιβαία επωφελών σχέσεων, με έμφαση στην πολιτιστική συνεργασία, στην ανταλλαγή εμπειριών, στην εκπαίδευση, στην τοπική ανάπτυξη και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνείδησης.

Το παράδειγμα της πρόσφατης αδελφοποίησης του Μαντουδίου με την Αγκαστίνα της Κύπρου, η οποία επισφραγίστηκε τον Μάιο του 2025, αποδεικνύει ότι υπάρχει ήδη σχετική εμπειρία και δυνατότητα ανάληψης αντίστοιχων πρωτοβουλιών από την τοπική αυτοδιοίκηση.

 

V. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο

Η προτεινόμενη συνεργασία βρίσκει ειδικό νομοθετικό έρεισμα στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ν. 5314/2026, και ιδίως στα άρθρα 342 και 343.

Το άρθρο 342 προβλέπει τη δυνατότητα των δήμων και των περιφερειών να αναπτύσσουν διεθνείς και ευρωπαϊκές συνεργασίες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, μεταξύ άλλων μέσω πολιτιστικών ανταλλαγών, μνημονίων φιλίας και πρωτοκόλλων συνεργασίας.

Ειδικότερα, το άρθρο 343 παρ. 1 ορίζει ότι οι δήμοι μπορούν να προβαίνουν σε πράξεις αδελφοποίησης με αντίστοιχους οργανισμούς χωρών της αλλοδαπής, με σκοπό την προαγωγή των οικονομικών, πολιτιστικών, μορφωτικών και κοινωνικών τους σχέσεων.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η αδελφοποίηση πραγματοποιείται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής του άρθρου 342 παρ. 5, η οποία εξετάζει τη συμβατότητα της σχετικής δράσης με τις εθνικές πολιτικές, το εφαρμοστέο δίκαιο και το εύρος των αυτοδιοικητικών αρμοδιοτήτων.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει, ωστόσο, η παρ. 3 του άρθρου 343, η οποία παρέχει στους δήμους τη δυνατότητα σύστασης Επιτροπής Αδελφοποιήσεων, με αντικείμενο την οργάνωση, την προώθηση, τον συντονισμό και την υλοποίηση των σχετικών δράσεων.

Η ίδια διάταξη προβλέπει ρητώς τη συμμετοχή στην Επιτροπή αυτή εκπροσώπων τόσο της τοπικής αρχής όσο και της τοπικής κοινότητας.

Η διατύπωση αυτή επιτρέπει, κατά την ορθότερη ερμηνεία, τη συμμετοχή όχι μόνο αιρετών εκπροσώπων αλλά και προσώπων προερχόμενων από την τοπική κοινωνία, εφόσον έχουν οριστεί νομίμως για την εκπροσώπησή της.

Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να εξεταστεί η συμμετοχή στην Επιτροπή ενός δημότη ή δημοτών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή σχετική επιστημονική και επαγγελματική εμπειρία στις ελληνοϊταλικές σχέσεις, στην ιστορική έρευνα ή στα ζητήματα διεθνούς αυτοδιοικητικής συνεργασίας.

Μια τέτοια επιλογή θα ανταποκρινόταν και στον σκοπό της διάταξης, ο οποίος δεν εξαντλείται στη θεσμική εκπροσώπηση, αλλά αποβλέπει στην αποτελεσματική οργάνωση και υλοποίηση των πρωτοβουλιών αδελφοποίησης.

Για λόγους λειτουργικής εγγύτητας των επιδιωκόμενων σκοπών, θα μπορούσε, μάλιστα, να ανατεθεί στην ίδια Επιτροπή και το προπαρασκευαστικό έργο συντονισμού της πρώτης πρωτοβουλίας, δηλαδή της αναζήτησης των συγγενών του Francesco Mittica και της διοργάνωσης της σχετικής τιμητικής εκδήλωσης.

Μια τέτοια ανάθεση θα είχε συντονιστικό και εισηγητικό χαρακτήρα και δεν θα υποκαθιστούσε τις αρμοδιότητες των κατά νόμο οργάνων για την απονομή τιμητικών διακρίσεων. Θα επέτρεπε, ωστόσο, τη συγκρότηση ενός ενιαίου σχεδίου πολιτιστικής εξωστρέφειας, αποφεύγοντας τον κατακερματισμό των σχετικών πρωτοβουλιών.

Στην κατεύθυνση αυτή, θα μπορούσε να αναζητηθεί η συνεργασία του Ελληνο-Ιταλικού Επιμελητηρίου Αθηνών, ιδίως για τη διερεύνηση δυνατότητας σύνδεσης των πολιτιστικών ανταλλαγών με την τοπική επιχειρηματικότητα, την προβολή της Βόρειας Εύβοιας και την προώθηση συνεργασιών στους τομείς του τουρισμού και των τοπικών προϊόντων.

Η προτεινόμενη αδελφοποίηση δεν θα έπρεπε, άλλωστε, να περιοριστεί σε μία πανηγυρική τελετή. Αντιθέτως, θα μπορούσε να συνοδευτεί από συγκεκριμένο πρόγραμμα εκπαιδευτικών ανταλλαγών, πολιτιστικών εκδηλώσεων, παρουσιάσεων τοπικής ιστορίας και συνεργασίας μεταξύ συλλόγων και φορέων των δύο περιοχών.

Υπό αυτή την έννοια, η επανεξέταση της πρότασης του 1993 αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα: μετατρέπει μια ανεκπλήρωτη πρωτοβουλία της τοπικής πνευματικής ιστορίας σε δυνατότητα σύγχρονης ευρωπαϊκής συνεργασίας.

 

Αντί επιλόγου: από την ιστορική μνήμη στη σύγχρονη πολιτιστική εξωστρέφεια

Οι δύο προτάσεις που διατυπώνονται παραπάνω έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά κοινό προσανατολισμό. Η πρώτη αποσκοπεί στην απόδοση μιας οφειλόμενης τιμής σε έναν άνθρωπο που, μέσα στις τραγικές συνθήκες της Κατοχής, φέρεται να προσέφερε ανιδιοτελώς τις ιατρικές του υπηρεσίες σε συνδημότη μας και άφησε πίσω του μια αξιομνημόνευτη παρακαταθήκη ανθρωπιάς.Η δεύτερη επιδιώκει την αναβίωση μιας παλαιότερης πολιτιστικής πρωτοβουλίας και τη δημιουργία ενός σταθερού διαύλου επικοινωνίας του Δήμου μας με την Ιταλία.

Κοινός παρονομαστής τους είναι η πεποίθηση ότι η ιστορική μνήμη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως στατικό απόθεμα γεγονότων και επετείων, αλλά ως ενεργό στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας, ικανό να τροφοδοτεί νέες μορφές συνεργασίας, κοινωνικής συμμετοχής και πολιτιστικής δημιουργίας.

Η ανάδειξη της ιστορίας του Francesco Mittica δεν μειώνει στο ελάχιστο την οφειλόμενη τιμή προς τους Έλληνες που πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο, αντιστάθηκαν στους κατακτητές ή υπέστησαν τις συνέπειες της Κατοχής. Αντιθέτως, καθιστά τη μνήμη περισσότερο ολοκληρωμένη, αναγνωρίζοντας ότι ακόμη και μέσα στις πλέον τραγικές ιστορικές περιόδους υπήρξαν άνθρωποι που επέλεξαν να υπηρετήσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας.

Ομοίως, η αναβίωση της πρότασης αδελφοποίησης με τη Μάντοβα μπορεί να αποτελέσει αφορμή ώστε η Βόρεια Εύβοια να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα την ιδιαίτερη ιστορική της ταυτότητα και τη διαχρονική σύνδεση του ευβοϊκού χώρου με την ιταλική χερσόνησο.

Οι παραπάνω σκέψεις επέχουν θέση ανοικτής επιστολής προς τη Δημοτική Αρχή του Δήμου Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Άννας και τα κατά νόμον αρμόδια όργανά του, με την ευχή να αποτελέσουν αφετηρία ουσιαστικού προβληματισμού και, ει δυνατόν, συγκεκριμένων πρωτοβουλιών.

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποτελεί, άλλωστε, ιδιαίτερα πρόσφορη περίσταση για να αναλογιστούμε ότι η υπεράσπιση της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν εξαντλείται στην ανάμνηση των γεγονότων του παρελθόντος.Απαιτεί και τη διαρκή προσπάθεια να μετατρέπουμε τα διδάγματά τους σε πράξεις ιστορικής δικαιοσύνης, πολιτιστικής δημιουργίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών.Η καλύτερη, ίσως, τιμή προς τη γενιά της Κατοχής είναι να διαφυλάξουμε τη μνήμη της και, συγχρόνως, να αξιοποιήσουμε την παρακαταθήκη της για να οικοδομήσουμε νέες γέφυρες επικοινωνίας με τους λαούς με τους οποίους η ιστορία μάς έφερε άλλοτε αντιμέτωπους και άλλοτε κοντά.

 

* Ο Κωνσταντίνος Γ. Μουρτοπάλλας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Δ.Π.Θ. και μέλος της ιταλικής επιστημονικής ένωσης νέων συνταγματολόγων «Voci Costituzionali».

 

Ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές

[1] Δ. Κουσουρής, Δίκες των δοσίλογων 1944–1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, εκδ. Πόλις, 2014· Ξ. Κοντιάδης, Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Τόπος, 2026.

[2] Χ. Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941–1944, εκδ. Παπαζήση.

[3] Α. Σβώλος, Για τη Μακεδονία και τη Θράκη· Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Αγνής Ρουσοπούλου, τεκμήρια της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών, 1941–1943.

[4] Σ.-Π. Καράβης, Η ιταλική κατοχή στην Ελλάδα (1941–1943): Η πολιτική επιβολής και καταστολής από την XI στρατιά, διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 2015· M. Fiore – S. Plakoudas, «Asymmetric Escalation in Occupied Greece: Insurgency, Repression, and the Failure of Italian Counter-Insurgency, 1941–1943», 2026.

[5] Rai Cultura, Mussolini annuncia la dichiarazione di guerra alla Grecia.

[6] A. Romano, «In Salento e Calabria le voci della minoranza linguistica greca», Treccani, 2011.

[7] Istituto Centrale per il Patrimonio Immateriale, Arbëreshë: storia.

[8] C. Levi, Cristo si è fermato a Eboli, Einaudi, 1945· F. Rosi, Cristo si è fermato a Eboli, κινηματογραφικήταινία, 1979.

[9] L. de Bernières, Captain Corelli’s Mandolin, 1994· J. Madden, Captain Corelli’s Mandolin, κινηματογραφικήταινία, 2001.

[10] Esercito Italiano, Cefalonia· ANPI, La Resistenza dei militari italiani all’estero: la Grecia.

[11] Mantoudi News, «Ο συμπατριώτης μας Νίκος Παπαδήμος το 1943 και ο Ιταλός στρατιώτης…», 29.10.2022· «Η συγκλονιστική ιστορία του Ιταλού γιατρού που έσωσε τον συμπατριώτη μας, Νίκο Παπαδήμο το 1943», 25.10.2026.

[12] A. Pepe, «Mittica Francesco», ISACEM – Biografie Resistenti· R. Liberti, Un soldato di Cristo. Il s. ten. medico Francesco Mittica e la sua tragica odissea nei lager tedeschi, Oppido Mamertina, 2013· R. Liberti, «Il “lager della morte” e un internato calabrese: Francesco Mittica», Rivista di storia calabrese del ’900, 2008, σσ. 92–99.

[13] Θουκυδίδης, Ιστορίαι, ΣΤ΄ 4.5–6.

[14] Comune di Oppido Mamertina, Ufficio Anagrafe e Statistica· Richiesta certificati anagrafici.

[15] Comune di Corteolona e Genzone, Regolamento conferimento cittadinanza onoraria, 2021.

[16] Mantoudi News, «Μια αδελφοποίηση, που δεν έγινε ποτέ!!!», 15.5.2025.

[17] Ν. 5314/2026 (Α΄ 103), Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιδίως άρθρα 120, 342 και 343.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια οσο το δυνατόν φιλτράρονται ως προς το ύφος και το ήθος τους.
Kάθε υβριστικό ,προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται .
Εγκρίνονται μόνο τα μηνύματα στα οποία εκφράζονται υγιείς απόψεις.
Ο κάθε σχολιαστής υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιο του και είναι υπεύθυνος έναντι των νόμων.
Το ΜΑΝΤΟΥΔΙ NEWS δεν ενστερνίζεται και δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα γράφουν οι αναγνώστες στα σχόλια τους.