Kι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ'την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά απ'αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό " Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας

Από: Se Lina ΚΟΥΜΗ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΑΚΑΤΕΣ.

Όχι ένας «μύθος της υπαίθρου», αλλά ένα δύσκολο ιστορικό πρόβλημα

Το πιο παράξενο με τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας δεν είναι ότι υπήρξαν. Το πραγματικά παράξενο είναι ότι τα ισχυρότερα τεκμήρια γι’ αυτά υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, και όμως μεγάλο μέρος της τοπικής μνήμης εξακολουθεί να τα θεωρεί απίθανα ή περιθωριακά.

Αν διαβάσει κανείς μαζί την έρευνα της Ευαγγελίας Μπαλτά για τα οθωμανικά κατάστιχα του 1474 και τη δημοσιευμένη αναπαραγωγή της αναφοράς του Νικολάου Καλογερόπουλου προς τον Καποδίστρια το 1830, δύσκολα μπορεί πια να υποστηρίξει σοβαρά ότι η Εύβοια «δεν είχε ούτε Βλάχους ούτε Βλαχοχώρια». Το αληθινό ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπήρξαν, αλλά τι ακριβώς σήμαινε ο όρος «Βλαχοχώρια» στην Εύβοια.    


Αυτό είναι και το σημείο όπου η νεότερη συζήτηση γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα. Ο Γιώργης Έξαρχος αξίζει αναγνώριση, γιατί επανέφερε το θέμα στη δημόσια σφαίρα και κυρίως γιατί δημοσιοποίησε ξανά ένα πολύτιμο τεκμήριο, την αναφορά του 1830, που αλλιώς θα έμενε κλεισμένο σε ειδικά αρχειακά ή βιβλιογραφικά περιβάλλοντα. Από την άλλη πλευρά, η επιστημονική συζήτηση χρειάζεται πιο αυστηρή πειθαρχία από εκείνη που επιτρέπει συνήθως ένα δημοσιογραφικό ή παρεμβατικό κείμενο: άλλο η ανάδειξη ενός παραγνωρισμένου θέματος, και άλλο η τελική απόδειξη της γλώσσας, της εθνοτικής ταυτότητας ή του ακριβούς πληθυσμιακού βάρους κάθε οικισμού. Αυτή η διάκριση δεν μειώνει την αξία του Έξαρχου· την τοποθετεί στη σωστή της θέση.    


Η ιστοριογραφία: γιατί το θέμα είναι σοβαρό και όχι απλώς «λαογραφικό»


Για να μιλήσει κανείς σοβαρά για τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας, πρέπει να σταθεί σε τρεις ομάδες έργων. Η πρώτη είναι η οθωμανιστική και δημογραφική έρευνα της Ευαγγελίας Μπαλτά, που έδωσε τη στερεότερη βάση με τα κατάστιχα του 1474, τις αναφορές στα έτη 1506 και 1521 και τη συστηματική μελέτη της αγροτικής οικονομίας και του πληθυσμού της Εύβοιας. Η δεύτερη είναι η ιστορική τοπογραφία και αρχαιολογία της μεσαιωνικής Εύβοιας, από τον Johannes Koder έως τα νεότερα έργα του Andrew Blackler, της Joanita Vroom και του προγράμματος Hinterland of Medieval Chalkida, που βοηθούν να δούμε την Εύβοια ως δίκτυο οικισμών, πύργων, διαδρομών, κάμπων, αλυκών, υδάτων και αγορών. Η τρίτη είναι η έρευνα για τη βλαχική ταυτότητα και τη γλωσσική μετατόπιση, από τον Thede Kahl και τον Asterios Koukoudis έως νεότερες ανθρωπολογικές και κοινωνιογλωσσικές μελέτες. Χωρίς αυτή την τριπλή οπτική — κατάστιχα, τοπίο, ταυτότητα — το θέμα εύκολα γίνεται είτε θρύλος είτε ιδεολογία.  


Εξίσου σημαντικό είναι ότι οι πρωτογενείς πηγές δεν είναι μονοφωνικές. Για το ύστερο βυζαντινό και μεταβυζαντινό πλαίσιο έχουμε, από τη μια, τα παλαιότερα ίχνη των Βλάχων στη θεσσαλική και στερεοελλαδίτικη ενδοχώρα στον Κεκαυμένο και στον Βενιαμίν εκ Τουδέλης, και από την άλλη τις νεότερες μαρτυρίες του Κασομούλη, του Angiolello, του Rizzardo, του Tursun Beg και του Kritoboulos για τον κόσμο της Εύβοιας και του Negroponte. Η αναφορά Καλογερόπουλου του 1830, όπως τη δημοσιεύει ο Έξαρχος, έρχεται έτσι όχι ως απομονωμένη «απόδειξη», αλλά ως μέρος μιας μακράς αλυσίδας πηγών διαφορετικού τύπου και σκοπού.    


Πρώτο αντιδιαισθητικό συμπέρασμα: το ισχυρότερο τεκμήριο δεν είναι η παράδοση, αλλά ένα «ψυχρό» διοικητικό έγγραφο


Όποιος περιμένει να βρει τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας κυρίως σε τραγούδια, παροιμίες ή οικογενειακές αφηγήσεις, θα ξαφνιαστεί. Το ισχυρότερο και πιο άβολο τεκμήριο είναι διοικητικό: η δημοσιευμένη αναπαραγωγή της Αναφοράς Νικ. Καλογερόπουλου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, 3 Σεπτεμβρίου 1830, όπου υπάρχει χωριστή στήλη «Βλαχοχώρια». Αυτό σημαίνει ότι το 1830 η κατηγορία δεν ήταν εσωτερική φαντασίωση ενός σημερινού συγγραφέα, αλλά αναγνωρίσιμη ταξινομική πραγματικότητα για τον συντάκτη του κειμένου. Το αν αυτή η κατηγορία ήταν γλωσσική, κοινωνική, οικονομική, διοικητική ή μικτή, είναι άλλο ζήτημα· η ύπαρξή της, πάντως, είναι χειροπιαστή.  


Η ίδια η σκηνή μέσα στην οποία γράφεται η αναφορά είναι επίσης εντυπωσιακή. Ο Καλογερόπουλος περιγράφει πως ο Ομέρ Πασάς αρχικά τον υποψιάστηκε ως μυστικό απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης, έπειτα όμως τον υποδέχθηκε με ευγένεια, του μίλησε για τις Μεγάλες Δυνάμεις, για το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και για την αβεβαιότητα της παράδοσης των φρουρίων. Δεν έχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα μεταγενέστερο τοπικό θρύλο, αλλά ένα πολιτικό υπόμνημα γραμμένο μέσα σε μια στιγμή υψηλής ιστορικής έντασης, όταν η Εύβοια ήταν ακόμη οθωμανική αλλά ήδη υπό το βάρος της επερχόμενης μετάβασης. Αυτό κάνει το έγγραφο ακόμη σοβαρότερο.  


Δεύτερο αντιδιαισθητικό συμπέρασμα: η λίστα του 1830 είναι πολύ ισχυρή, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της όσα συχνά της αποδίδονται


Εδώ χρειάζεται ίσως η πιο σημαντική επιστημονική εγκράτεια. Ο Έξαρχος σωστά τονίζει τη σημασία του καταλόγου. Όμως οι ποσοτικές προεκτάσεις του καταλόγου θέλουν μεγάλη προσοχή. Στη δημοσιευμένη αναπαραγωγή, ο συνολικός αριθμός οικογενειών του νησιού δίνεται ως 3.780. Αν αθροίσει κανείς τις σαφώς αριθμημένες εγγραφές της στήλης «Βλαχοχώρια», προκύπτουν 545 οικογένειες χωρίς το αστερίσκο-σημειωμένο Βασιλικό, ή 695 αν συμπεριληφθεί και το Βασιλικό 150** όπως εμφανίζεται στη δημοσιευμένη μορφή. Αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 14,4% ή 18,4% του συνόλου των οικογενειών, όχι αυτομάτως σε 25% ή 30%. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη των Βλαχοχωρίων είναι καλά τεκμηριωμένη· το ακριβές δημογραφικό τους βάρος, πολύ λιγότερο. Το να περάσουμε από την ύπαρξη στη μεγάλη ποσοτική βεβαιότητα είναι ερμηνευτικό άλμα, όχι άμεσο δεδομένο του εγγράφου.  


Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια λίστα μάς προειδοποιεί να μην τη διαβάζουμε μηχανικά. Στη δημοσιευμένη μορφή υπάρχουν αστερίσκοι, πιθανές ομώνυμες θέσεις και διπλά τοπωνύμια. Για παράδειγμα, εμφανίζεται Μετόχι στη στήλη των χωριών με 2 οικογένειες και ξανά Μετόχι στη στήλη των Βλαχοχωρίων με 90. Το ίδιο συμβαίνει και με το Κυπαρίσσι, που απαντά σε διαφορετικά συμφραζόμενα και με διαφορετικούς αριθμούς. Επίσης υπάρχουν αστερίσκοι σε εγγραφές όπως Βασιλικό*, Φύλλα*, Αμπέλια*. Αυτό δεν ακυρώνει την πηγή. Το αντίθετο: τη κάνει ακόμη πιο πολύτιμη, ακριβώς επειδή μας υποχρεώνει να επιστρέψουμε κάποτε στο αρχειακό πρωτότυπο και να ελέγξουμε τι ακριβώς δηλώνουν οι αστερίσκοι, αν έχουμε ομώνυμους οικισμούς ή αν η τυπογραφική αναπαραγωγή απαιτεί διορθώσεις. Για έναν ιστορικό, αυτή η δυσκολία δεν είναι μειονέκτημα· είναι η καρδιά της έρευνας.      


Γι’ αυτό και η συμβολή του Έξαρχου πρέπει να κριθεί δίκαια. Έκανε κάτι εξαιρετικά χρήσιμο: ξανάβαλε σε κυκλοφορία ένα ξεχασμένο ντοκουμέντο. Εκεί όμως όπου η επιστημονική συζήτηση χρειάζεται μεγαλύτερη επιφύλαξη είναι στις δημογραφικές εξαγωγές και στη βεβαιότητα με την οποία μετατρέπεται μια διοικητική κατηγορία σε πλήρη εθνογλωσσική απόδειξη. Δεν χρειάζεται να «απορρίψουμε» το κείμενο του Έξαρχου· αρκεί να το διαβάσουμε ως ισχυρό ερευνητικό ερέθισμα, όχι ως την τελευταία λέξη του ζητήματος.  


Τρίτο αντιδιαισθητικό συμπέρασμα: τα Βλαχοχώρια δεν ήταν μόνο «χαμένα ορεινά χωριά»


Στη λαϊκή φαντασία, η λέξη «Βλαχοχώρι» γεννά σχεδόν αυτόματα την εικόνα ενός απόμακρου ορεινού οικισμού με στάνες, ρέματα και εποχική κτηνοτροφία. Κι όμως, η λίστα του 1830 είναι πιο πολύπλοκη. Ναι, περιλαμβάνει οικισμούς που ταιριάζουν σε αυτή την εικόνα, όπως η Στενή, οι Στρόπωνες, το Απόκρεμνο. Αλλά περιλαμβάνει και οικισμούς που δεν ταιριάζουν εύκολα στο στερεότυπο, όπως τα Ψαχνά με 45 οικογένειες, και, αν η αναπαραγωγή διαβάζεται σωστά, το Βασιλικό με 150**, δηλαδή έναν από τους μεγαλύτερους οικισμούς της βλαχοχωρίτικης στήλης. Αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα για κάθε αναγνώστη με ευβοϊκό υπόβαθρο: η κατηγορία «Βλαχοχώρια» δεν δείχνει μόνο υψόμετρο και απομόνωση, αλλά και δικτύωση.  


Αυτό ταιριάζει καλά με όσα δείχνει η νεότερη έρευνα για το μεσαιωνικό και πρώιμα οθωμανικό hinterland της Χαλκίδας. Το πρόγραμμα Hinterland of Medieval Chalkida δεν εξετάζει την περιοχή ως συρραφή «γραφικών χωριών», αλλά ως ενιαίο χώρο κατοίκησης, μετακίνησης, υδάτων, παραγωγής, άμυνας και εμπορικών σχέσεων στην κοιλάδα του Λήλαντα και του Μεσσαπίου. Αν κοιτάξουμε την κατηγορία «Βλαχοχώρια» μέσα σε αυτό το πρίσμα, γίνεται πολύ πιθανό ότι δεν δηλώνει απλώς «ψηλά βουνά», αλλά μια ολόκληρη κοινωνικοοικονομική γεωγραφία που συνέδεε ορεινούς οικισμούς, ημιορεινά περάσματα, κεντρικούς κόμβους και αγορές.  


Αυτή η ανάγνωση ενισχύεται και από τον ίδιο τον Καλογερόπουλο. Στο κείμενό του η Εύβοια περιγράφεται όχι ως καθαρά κτηνοτροφικό νησί, αλλά ως τόπος συνδυασμένης οικονομίας: σιτηρά, όσπρια, ζώα, τυριά, βούτυρο, μαλλί, κερί, μέλι, λάδι, ξυλεία, κρασί, μετάξι, ρετσίνι, κατράμι, πίσσα, γαιάνθρακας. Αυτή είναι η γλώσσα μιας μικτής, αγροτοκτηνοτροφικής και εμπορικής οικονομίας, όχι ενός κλειστού ποιμενικού θύλακα. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας λειτουργούσαν μέσα σε ένα πλέγμα εποχικής κίνησης, αγοράς και φορολογικής ένταξης, και όχι ως ένα «έθνος στα βουνά» κομμένο από το υπόλοιπο νησί.    


Τέταρτο αντιδιαισθητικό συμπέρασμα: το κύριο ερώτημα δεν είναι «υπήρχαν Βλάχοι;», αλλά «τι ακριβώς σήμαινε Βλάχοι στην Εύβοια;»


Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της διαφωνίας. Στην πιο έντονη εκδοχή του, ο Έξαρχος τείνει να διαβάζει τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας ως σαφή κατάλοιπα αρμάνικης/βλαχικής παρουσίας, με γλωσσολογικό βάθος και μετέπειτα «αποβλαχισμό». Από την άλλη, ο Thede Kahl υπενθυμίζει ότι στην Ελλάδα ο όρος «Βλάχος» δεν σήμαινε πάντοτε και παντού ακριβώς το ίδιο: μπορούσε να δηλώνει Αρωμάνο, αλλά και απλώς ποιμένα, ακόμη και να χρησιμοποιείται σε περιοχές όπου οι λεγόμενοι «Βλάχοι» μιλούσαν ελληνικό ιδίωμα και όχι αρωμανικά. Ο Asterios Koukoudis, από τη δική του πλευρά, προτείνει μια πολύ χρήσιμη διάκριση ανάμεσα στο vlahos ως κοινωνικό/επαγγελματικό προσδιορισμό και στο Vlahos ως ιστορική πληθυσμιακή παράδοση. Η νεότερη ανθρωπολογική εργασία της Ewa Nowicka-Rusek επιβεβαιώνει πόσο σύνθετη και πολιτικά ευαίσθητη παραμένει η βλαχική ταυτότητα στην Ελλάδα.  


Αυτό οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που δεν ικανοποιεί τα στρατόπεδα, αλλά μάλλον είναι το πιο κοντινό στην ιστορική αλήθεια: «Βλαχοχώρια» στην Εύβοια υπήρξαν, αλλά δεν είναι ασφαλές ότι όλα ήταν γλωσσικά ομοιογενή ούτε ότι ο όρος δήλωνε παντού το ίδιο πράγμα. Σε μερικές περιπτώσεις είναι πολύ πιθανό να είχαμε πληθυσμούς πραγματικά αρωμανικής καταγωγής ή παλαιότερης αρωμανικής γλωσσικής παράδοσης. Σε άλλες, ο όρος μπορεί να δήλωνε κυρίως ποιμενικό τρόπο ζωής, κοινωνική φήμη, φορολογική θέση ή τοπική κατηγοριοποίηση. Και στις περισσότερες, το πιθανότερο είναι ότι είχαμε μίξη αυτών των στοιχείων. Αυτό δεν είναι υπεκφυγή. Είναι ακριβώς το είδος της σύνθετης απάντησης που γεννούν οι σοβαρές πηγές.  


Η τοπωνυμία είναι πολύτιμη, αλλά δεν αρκεί μόνη της. Ο Έξαρχος σωστά εφιστά την προσοχή σε ονόματα όπως Στράμετζι, Ζάρκα, Ζαπάντι, Κουρβίνο, Σέτα, Λάτα, Λάλα, Μποτίνο, Τάγια, Ζούρα, Τζούκα, Στρόμπολαις. Όμως η γλωσσολογική ανάλυση τέτοιων τοπωνυμίων απαιτεί συστηματική συγκριτική εργασία, όχι μόνο ενστικτώδη αναγνώριση ομοιότητας. Με απλά λόγια: ένα τοπωνύμιο μπορεί να είναι ισχυρή ένδειξη, αλλά όχι από μόνο του οριστική ταυτότητα. Εδώ ο Kahl και ο Koukoudis μας βοηθούν να μη βιαζόμαστε, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό να απορρίψουμε τη βασική διαίσθηση του Έξαρχου ότι η γλώσσα της τοπογραφίας «θυμάται» παλαιότερες στρώσεις πληθυσμού.    


Πέμπτο αντιδιαισθητικό συμπέρασμα: η Εύβοια δεν είναι «απλή ελληνική ενδοχώρα σε μορφή νησιού», αλλά ιστορικό εργαστήριο μεταβάσεων


Ένα ακόμη λάθος θα ήταν να φανταστούμε την Εύβοια ως εθνολογικά «καθαρό» νησί που κάποτε δέχθηκε μια μικρή ποιμενική εξαίρεση. Οι μεσαιωνικές συνθέσεις για τη βενετοκρατούμενη Εύβοια μιλούν για μια κοινωνία με Έλληνες, Λομβαρδούς, Βενετούς και Εβραίους, ενώ νεότερες μελέτες, όπως του Hasluck, υπενθυμίζουν και την αλβανική/αρβανίτικη παρουσία στα νησιά του Αιγαίου και ειδικά στην Εύβοια. Με άλλα λόγια, η Εύβοια δεν ήταν ποτέ απλό πολιτισμικό μονόχρωμο. Ήταν χώρος επαφής, εγκατάστασης, μετακίνησης και επαναταξινόμησης πληθυσμών. Το ότι ακριβώς σε αυτόν τον χώρο εμφανίζεται με τέτοια καθαρότητα η κατηγορία «Βλαχοχώρια» δεν είναι παράδοξο· είναι σχεδόν αναμενόμενο.  


Το ίδιο δείχνει και η σύγκριση με το απέναντι ηπειρωτικό τόξο. Οι μελέτες του Dudek για τους Βλάχους στο Βυζάντιο και ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης δείχνουν ότι ο θεσσαλο-στερεοελλαδίτικος κόσμος γνώριζε ήδη από τον 11ο και 12ο αιώνα πληθυσμούς που οι πηγές αντιλαμβάνονταν ως Βλάχους. Αυτό δεν αποδεικνύει άμεσα εγκατάσταση στην ίδια την Εύβοια εκείνη την πρώιμη περίοδο. Αλλά καθιστά απολύτως λογικό το ενδεχόμενο ότι η Εύβοια, τόσο κοντινή στο ηπειρωτικό δίκτυο δρόμων, περασμάτων και αγορών, μπορούσε να ενσωματώσει πληθυσμούς, οικογένειες και ποιμενικές πρακτικές που προέρχονταν από τέτοιες ζώνες. Η εγγύτητα δεν είναι απόδειξη. Είναι όμως σοβαρή ιστορική πιθανότητα.  


Η επιστημονικά πιθανότερη αλήθεια σήμερα


Αν έπρεπε να συμπυκνώσω την επιστημονικά πιθανότερη αλήθεια σε μία πρόταση, θα την έθετα έτσι:


Τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας ήταν πραγματικό ιστορικό φαινόμενο, αλλά όχι εθνογλωσσικά μονοσήμαντο. Το πιθανότερο είναι ότι περιλάμβαναν έναν πυρήνα πληθυσμών βλαχικής/αρωμανικής καταγωγής ή παλαιότερης βλαχικής γλωσσικής παράδοσης, μαζί με ελληνόφωνες ποιμενικές κοινότητες και πληθυσμούς που μέσα στους αιώνες εξελληνίσθηκαν, άλλαξαν κοινωνική θέση ή εντάχθηκαν σε άλλες τοπικές ταυτότητες.


Αυτή η σύνθεση σέβεται και τα defter της Μπαλτά και την κατηγορία «Βλαχοχώρια» του 1830, χωρίς να αγνοεί τις σοβαρές επιφυλάξεις του Kahl και τις λεπτές διακρίσεις του Koukoudis. Είναι, με άλλα λόγια, μια θέση αρκετά ανοικτή ώστε να μην βιάζει το υλικό, αλλά και αρκετά σαφής ώστε να μη διολισθαίνει σε εύκολο σχετικισμό.    


Τι μένει ακόμη ανοιχτό


Τα ανοιχτά ερωτήματα είναι ουσιαστικά και γόνιμα. Πρώτον, χρειάζεται επιστροφή στο ίδιο το αρχειακό πρωτότυπο της αναφοράς του 1830, όχι μόνο στη δημοσιευμένη αναπαραγωγή, ώστε να λυθούν ζητήματα αστερίσκων, ομωνυμιών και αναγνωστικών αβεβαιοτήτων. Δεύτερον, χρειάζεται συστηματική αντιπαραβολή ανάμεσα στα οθωμανικά κατάστιχα του 1474/1506/1521 και στη λίστα του 1830, για να δούμε ποιες θέσεις συνεχίζονται, ποιες μετακινούνται και ποιες αλλάζουν λειτουργία. Τρίτον, χρειάζεται γλωσσολογική επιτόπια έρευνα για τα τοπωνύμια και τις παλαιές οικογενειακές ονομασίες. Τέταρτον, η διάκριση «Σκανάλες/Ολυμποχώρια», όπως τη μεταφέρει ο Έξαρχος με αναφορά στον Κασομούλη, αξίζει ειδική φιλολογική επανεξέταση στο ίδιο το κείμενο των Ενθυμημάτων. Και πέμπτον, η αρχαιολογική έρευνα του hinterland της Χαλκίδας ίσως αποδειχθεί το μεγάλο κλειδί: μόνο όταν ενώσουμε κείμενα, τοπωνυμία, κεραμική, οδικά δίκτυα και χρήση γης θα μπορέσουμε να δούμε πώς λειτουργούσαν πραγματικά αυτοί οι οικισμοί.    


Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον μάθημα για την ίδια την Εύβοια. Τα χωριά που σήμερα πολλοί βλέπουν ως αυτονόητα «παλιά ελληνικά χωριά» — τα Ψαχνά, η Στενή, οι Στρόπωνες, το Βασιλικό, τα Πολιτικά, ο Κοντοδεσπότης — εμφανίζονται στις πηγές με τρόπο πολύ λιγότερο αυτονόητο. Η τοπική ιστορία δεν γίνεται φτωχότερη όταν το παραδεχόμαστε. Γίνεται πλουσιότερη. Γιατί τότε η Εύβοια παύει να είναι ένα νησί με μία μόνο γραμμή καταγωγής και γίνεται αυτό που ήταν ιστορικά: ένας τόπος διασταυρώσεων, αφομοιώσεων, μετακινήσεων και επίμονων μνημών. Και αυτό, για έναν αναγνώστη από την Εύβοια, δεν είναι απειλή· είναι ίσως ο πιο γοητευτικός τρόπος να ξαναδεί τον τόπο του.    



Πηγές και βιβλιογραφία


Α. Πρωτογενείς και βασικές τεκμηριωτικές πηγές

 1. Καλογερόπουλος, Νικόλαος. Αναφορά προς τον Ιωάννη Καποδίστρια για την κατάσταση στην Εύβοια, 3 Σεπτεμβρίου 1830, ΑΥΕ Φ. 7/1-1830.

 2. Benjamin of Tudela. The Itinerary of Benjamin of Tudela, ed./trans. Marcus N. Adler.

 3. Κασομούλης, Νικόλαος. Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821–1833), τόμ. Α΄–Γ΄.

 4. Angiolello, Giovanni Maria. Viaggio di Negroponte.

 5. Rizzardo, Giacomo. La presa di Negroponte fatta dai Turchi ai Veneziani nel 1470.

 6. Tursun Beg. The History of Mehmed the Conqueror / Târîh-i Ebü’l-Feth.

 7. Kritovoulos. History of Mehmed the Conqueror.

 8. Έξαρχος, Γιώργης. «Τα Βλαχοχώρια της Εύβοιας», Faretra.info, 26.03.2026.  


Β. Επιστημονική βιβλιογραφία

 9. Balta, Evangelia. L’ Eubée à la fin du XVe siècle: économie et population. Les registres de l’année 1474. Αθήνα, 1989.

 10. Balta, Evangelia. Rural and Urban Population in the Sancak of Euripos in the Early 16th Century. Αθήνα, 1992.

 11. Balta, Evangelia. Problèmes et approches de l’histoire ottomane: un itinéraire scientifique de Kayseri à Eğriboz. Istanbul, 1997.

 12. Koder, Johannes. Negroponte: Untersuchungen zur Topographie und Siedlungsgeschichte der Insel Euboia während der Zeit der Venezianerherrschaft. Wien, 1973.

 13. Kiel, Machiel. «Eğriboz», TDV İslâm Ansiklopedisi, 1994.

 14. Gkioles, Nikolaos – Pallis, Giorgos (eds.). Atlas of the Christian Monuments of the Aegean: From the Early Christian Years to the Fall of Constantinople. Αθήνα, 2014.

 15. Blackler, Andrew. «Mapping Frankish Euboea: Tracing the depiction of the island by the portolan charts and early maps from the 13th to 17th centuries», στο An Island Between Two Worlds, 2017.

 16. Blackler, Andrew. The Medieval Landscape of Euboea (Negroponte): A Framework for Interpreting the Byzantine and Frankish Towers of Greece. PhD thesis, University of Birmingham, 2020.

 17. Vroom, Joanita. After Antiquity. Ceramics and Society in the Aegean from the 7th to the 20th centuries A.C. Leiden, 2003.

 18. Vroom, Joanita. Byzantine to Modern Pottery in the Aegean. An Introduction and Field Guide. 2η έκδ., 2014.

 19. Vroom, Joanita. «Shifting Byzantine networks: New light on Chalcis (Euripos/Negroponte) as a centre of production and trade in Greece», 2022.

 20. Vroom, Joanita – Kostarelli, Alexandra – Blackler, Andrew – Kalantzis-Papadopoulos, Dionysis – Kolvers, Ritchie. «The Hinterland of Medieval Chalkida: A Preliminary Overview of the 2021 and 2022 Fieldwork Seasons», Pharos 25 (2021–2023).

 21. Netherlands Institute at Athens / HMC Project. Beyond Chalkida: Landscape and Socio-Economic Transformations of its Hinterland from Byzantine to Ottoman Times.

 22. Kahl, Thede. Ethnizität und räumliche Verteilung der Aromunen in Südosteuropa. Münster, 1999.

 23. Kahl, Thede. «Aromanians in Greece: Minority or Vlach-speaking Greeks?», Jahrbücher für Geschichte und Kultur Südosteuropas 5 (2003/2004).

 24. Koukoudis, Asterios I. The Vlachs: Metropolis and Diaspora. Θεσσαλονίκη, 2003.

 25. Nowicka-Rusek, Ewa. «Aromanians/Vlachs in Greece: politics and identity», Balcanica Posnaniensia 28 (2021).

 26. Dudek, Jarosław. «Status of the Vlachs in eleventh-century Byzantium (according to “Book of Advice” by Kekaumenos)», Balcanica Posnaniensia 25 (2019).

 27. Dudek, Jarosław. «The Vlachs in Byzantium – until the beginning of the 11th century», Balcanica Posnaniensia 28 (2021).

 28. Hasluck, F. W. «Albanian Settlements in the Aegean Islands», Annual of the British School at Athens 15 (1909).

 29. Sasse, Hans-Jürgen. Arvanitika: die albanischen Sprachreste in Griechenland. Wiesbaden, 1991.

 30. Tsitsipis, Lukas D. A Linguistic Anthropology of Praxis and Language Shift: Arvanítika (Albanian) and Greek in Contact. Oxford, 1998.

 31. Du Boulay, Juliet. Portrait of a Greek Mountain Village. Oxford, 1974.

 32. Du Boulay, Juliet. Cosmos, Life, and Liturgy in a Greek Orthodox Village. Limni, Evia, 2009.


William R. Shepherd, The Byzantine Empire and the Frankish states of Greece in 1265, στο Historical Atlas, Νέα Υόρκη 1911. Ψηφιακή αναπαραγωγή: Wikimedia Commons, αρχείο ShepherdByzempire1265.png, άδεια CC0 1.0


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια οσο το δυνατόν φιλτράρονται ως προς το ύφος και το ήθος τους.
Kάθε υβριστικό ,προσβλητικό ή άσχετο με το θέμα της ανάρτησης σχόλιο θα διαγράφεται .
Εγκρίνονται μόνο τα μηνύματα στα οποία εκφράζονται υγιείς απόψεις.
Ο κάθε σχολιαστής υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιο του και είναι υπεύθυνος έναντι των νόμων.
Το ΜΑΝΤΟΥΔΙ NEWS δεν ενστερνίζεται και δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα γράφουν οι αναγνώστες στα σχόλια τους.